Εκπληκτικό!! Η Ελληνική Γλώσσα Είναι Τραγούδι!!! Διον. Σαββόπουλος
επιστήμης, των τεχνών και των γραμμάτων και μετά εργαλείο επαφής και συννενόησης των χρηστών, ίσως σε θεωρήσουν γραφικό, αιθεροβάμωνα και οι πιο "προοδευτικοί" ενδεχομένως και "εθνικιστή", με την επικρατούσα λανθασμένη έννοια του όρου και όχι με την πραγματική.
Σήμερα όμως, αφορμῆς δοθείσης απὸ τὶς σαχλαμάρες αυτών που δρουν μέσα στὰ υπουργεία Απαιδείας, καταργώντας σύμφωνα και φωνήεντα από το Ελληνικό Αλφάβητο( εκτιμώ ότι δεν θα περάσουν οι σχεδιασμοί αυτοί) καθώς και από την αδιαφορία των «δασκάλων» και των πνευματικών μας ταγών για το τι πραγματικά διαπράττουν εἰς βάρος τών παιδιών μας, ἀπεφάσισα νὰ παρουσιάσω ένα άρθρο, αρκετά παλαιό άλλωστε του μεγάλου καλλιτέχνη και τραγουδοποιού Διονύση Σαββόπουλου, για το θέμα της Ελληνικής γλώσσας, όπου διαπίστωσε και αποκαλύπτει εκπληκτικά και θαυμαστά πράγματα για την γλώσσα που έχουμε το προνόμιο να την ομιλούμε, ως Έλληνες και που την καταγρεουργούμε ασυνείδητα(?), ως Έλληνες. Δείτε το άρθρο του εθνικού μας Νιόνιου!!
Ώσπου συνέβη το εξής: Είχα βρεθεί για ένα διάστημα ν' ακούω συστηματικά, καινούργια ανέκδοτα τραγούδια, επωνύμων και ανωνύμων, για λογαριασμό τής δισκογραφικής εταιρείας «Λύρα», προκειμένου αυτή να τα ηχογραφήσει ή να τα επιστρέψει στους συνθέτες. Είναι δύσκολο ν' απορρίπτεις και ακόμα δυσκολότερο να εξηγείς το γιατί. Όταν βέβαια το τραγούδι είναι τετριμμένο ή άτεχνο, η εξήγηση είναι εύκολη. Μού συνέβη όμως να δω τραγούδια όπου οι στίχοι δεν ήταν άσχημοι και η μουσική δεν ήταν τυχαία, επιπλέον ταίριαζε θεματικά και με τους στίχους. Κι όμως, το τραγούδι συνολικά δεν «κύλαγε» όπως λέμε (οπότε το επιστρέφαμε στον ενδιαφερόμενο με διάφορες ασάφειες και υπεκφυγές. Το πράγμα με απησχόλησε. Έφερνα στο μυαλό μου μεγάλες ωραίες επιτυχίες, παλιά τραγούδια (…) και τα συνέκρινα μ' αυτά που απέρριπτα, ώσπου μετά από μήνες διεπίστωσα κάτι πολύ απλό: Όταν μια μουσική μετατρέπει συστηματικά τις μακρές συλλαβές σε βραχείες ή όταν ανεβάζει την φωνή εκεί όπου υπάρχει απλώς μια περισπωμένη, ενώ την κατεβάζει συστηματικά εκεί που υπάρχει ψιλή οξεία, όταν δηλαδή η μουσική κινείται αντίθετα -προσέξτε, αντίθετα όχι στο ρυθμό τού ποιήματος, αλλά αντίθετα στις αναλογίες τονισμού και αντίθετα στην ορθογραφία του- τότε όσο έξυπνη και να 'ναι, κάνει το τραγούδι δυσκίνητο και ασθματικό. Στα πετυχημένα τραγούδια δεν συμβαίνει αυτό.
Βέβαια, όταν γράφει κανείς πάνω σ' ένα ρυθμό ή σ΄ ένα μουσικό δρόμο, πρέπει να ακολουθήσει τα καλούπια τους, οπότε θα υπάρχουν σημεία όπου αυτή η πείρα που περιέγραψα, δεν τηρείται. Αυτό όμως θα συμβεί μόνον όταν δεν γίνεται αλλιώς. Και πάντα η βιασμένη λέξη θα τοποθετείται έτσι ώστε να προηγούνται και να έπονται επιτυχείς στιγμές, ώστε να μειώνεται η εντύπωση τής ατασθαλίας, η οποία έτσι συνδυασμένη ωφελεί, διότι το τραγούδι αλλιώς θα ήταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δεν το είχα προσέξει. Και ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι οι τόνοι και τα πνεύματα ίσως να μην ήταν διακοσμήσεις, ίσως να είχαν λόγο. (…)
«Η μουσικότητα της
ελληνικής γλώσσης είναι
εφάμιλλος τής συμπαντικής»
Γ. Ξενάκης
Μέσα στο στούντιο είχα και δύο εκπλήξεις. Να η πρώτη: Προσπαθώντας να ακούσω την διαφορά οξείας και περισπωμένης, διάβασα την φράση: «Λυγά πάντα η γυναίκα». Το «πάντα» ακούγεται ψηλότερα από το «λυγά» που παίρνει περισπωμένη. «Λυγά πάντα η γυναίκα” ακούγεται όμως περιέργως ψηλότερα κι από το «γυναίκα», που όμως παίρνει οξεία. Γιατί άραγε; Τηλεφώνησα σ' έναν φίλο και έμαθα ότι η «γυναίκα» οφείλει να παίρνει παρισπωμένη, διότι είναι τής τρίτης κλίσεως, η οποία όμως καταργήθηκε, γι' αυτό πήρε οξεία η «γυναίκα». Να λοιπόν, που από άλλο σημείο ορμώμενος, αναγκάστηκα να συμφωνήσω ότι κακώς καταργήθηκε η τρίτη κλίση αφού στην φωνή μας εξακολουθεί να υπάρχει «Λυγά πάντα η γυναίκα» λοιπόν και παίρνει και περισπωμένη. Η δεύτερη έκπληξη: Έδωσα σ' έναν ανύποπτο νέο, που παρευρισκόταν στο στούντιο, να διαβάσει λίγες φράσεις. Εκεί μέσα είχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ως επίρρημα, διότι είχα πάντα την περιέργεια να διαπιστώσω αν προφέρουμε διαφορετικά το ωμέγα από το όμικρον. Ακούστε τις φράσεις: Είν' ακριβός αυτός ο αναπτήρας. Ας μην είν' ωραίος, έχει την αξία του. Ναι, ακριβώς αυτό ήθελα να πω».
Ακουστικώς δεν παρατήρησα διαφορά. Έκοψα τις δύο λέξεις και τις κόλλησα την μία κατόπιν της άλλης. Ακούστε το! «Ακριβός… ακριβώς».
Ελάχιστη διαφορά στο αυτί’ ο ηχολήπτης μόνον επέμενε ότι το δεύτερο είναι κάπως πιο φαρδύ. Ας το ξανακούσουμε: «Ακριβός… ακριβώς».
Αρκεί να προσέξουμε αυτό το τραγούδι της καθημερινής ομιλίας που πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσά μας. Ακούστε πώς ηχούν οι τονισμοί. Ακούστε τα μακρά. Ακούστε την λαϊκή τραγουδίστρια πώς αποδίδει το ωμέγα ή την ψιλή οξεία (…).
«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το
φως θα ελιχθώ προς τα πάνω όπως
ένα ρυάκι που μουρμουρίζει.
Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα
στους γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω αγγέλους, θα
τούς μιλήσω ελληνικά,
επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες.
Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική»
Νικ. Βρεττάκος
Τέλος, ακούστε την θεία φωνή του Ανδρέα Εμπειρίκου, την παράξενη απαγγελία που κυνηγά την λάμψη της οξείας, τον πλούτο της διφθόγγου, τους τόνους και την ορθογραφία, σαν μουσικά σύμβολα μιάς φωνής που προϋπάρχει αδιάκοπα και οδηγεί το ποίημα. (…) Δεν περιφρόνησα καμμιά άποψη και δεν κολάκευσα καμιά.
Προσπάθησα να πω τρεις φορές τρεις αλήθειες:
- Πρώτον: Τα ελληνικά είναι τραγούδι. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να απλοποιήσει ένα τραγούδι ή να το δει πρακτικά. Γιατί να δούμε λοιπόν τα ελληνικά, πρακτικά;
- Δεύτερον: Όποιος σταθεί αλαζονικά απέναντι στα ρεφρέν που τον ψυχαγώγησαν διά βίου, στρέφεται εναντίον της προσωπικής του ιστορίας και πίστης. Τα ίδια μπορεί να πάθει ένας λαός με την γλώσσα. Ιδίως αν η γλώσσα του είναι τα ελληνικά.
- Τρίτον: Τα ελληνικά ως τραγούδι είναι ανυπόφορα δύσκολα. Κανείς δεν τα βγάζει πέρα με τα ελληνικά. Απέναντι στα ελληνικά θα είμαστε πάντα φάλτσοι και αγράμματοι. Αλλά τί να γίνει; Σημασία έχει η συνείδηση ότι τα μιλάμε, όχι για να γίνουμε δεξιοτέχνες, αλλά για να γίνουμε άνθρωποι.
Ευχαριστώ
Διονύσης Σαββόπουλος
ΠΗΓΗ: Εκπληκτικό!! Η Ελληνική Γλώσσα Είναι Τραγούδι!!! Διον. Σαββόπουλος http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2012/07/blog-post_3247.html#ixzz21xnlPeWo
http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2012/07/blog-post_3247.html
Η νέα γραμματική κατηγορήθηκε ότι θέλει να καταργήσει τα γράμματα η και ω, που είναι βέβαια άθλιο ψέμα -απλώς η γραμματική επαναλαμβάνει κάτι που όλες οι προηγούμενες γραμματικές εδώ και δεκαετίες έλεγαν, ότι τα φωνήεντα (οι φωνηεντικοί φθόγγοι δηλαδή) της ελληνικής γλώσσας είναι πέντε: α, ε, ι, ο, ου ή, σωστότερα, [a], [e], [i], [o]. [u]. Αλλά αυτά τα έχουμε ξαναπεί.
Στη σημερινή ελληνική γλώσσα, όπως ξέρει κι ένα παιδί της πρώτης δημοτικού, έχουμε πολλούς τρόπους για να αποδώσουμε τον φθόγγο [ι] ή [i] με το διεθνές φωνητικό αλφάβητο: Τα γράμματα (και συνδυασμοί γραμμάτων) ι, η, υ, ει, οι, υι όλα προφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Ολοφάνερα, οι αρχαίοι δεν τα πρόφεραν έτσι και δεν μπορεί στα διάφορα ιοίην, ιείην, οι υιοί, ποιοίη, ρυοίη που αφθονούν στα αρχαία ελληνικά η προφορά να ήταν η σημερινή. Όπως γράφει ο Ελισσαίος Γιανίδης, από τον οποίο ξεσήκωσα και τα παραδείγματα, «θα ήταν σωστή ασέβεια στην ανώτερη καλαισθησία των ανθρώπων εκείνων, να υποθέσουμε πως μπορούσαν να συνεννοούνται μεταξύ τους λέγοντας ιίι, ιίι, ιίι, και με την απαίτηση πως αυτό το νιαούρισμα έχει δυο και τρεις διαφορετικές έννοιες».
Πράγματι, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μακρά και βραχέα φωνήεντα, δηλαδή κάποιες συλλαβές τους διαρκούσαν περισσότερο από κάποιες άλλες· πρόκειται για τη λεγόμενη προσωδιακή διάκριση. Αυτό δεν υπάρχει στα νέα ελληνικά ή στα ισπανικά, που έχουν μόνο πέντε φωνηεντικούς φθόγγους, υπάρχει όμως στα αγγλικά, τα γαλλικά ή τα γερμανικά -και είναι και μόνιμος παράγοντας που μας δυσκολεύει όταν μαθαίνουμε ξένες γλώσσες. (Πάντως, το σύστημα των πέντε φωνηέντων δεν είναι σπάνιο: το 30% των γλωσσών του κόσμου που έχουν μελετηθεί έχουν πέντε φωνήεντα μόνο).
Πόσα φωνήεντα (φθόγγους) είχαν τα αρχαία ελληνικά; Η ερώτηση είναι κακοβαλμένη. Μπορούμε να την απαντήσουμε μόνο αν περιοριστούμε σε συγκεκριμένη εποχή και σε συγκεκριμένη διάλεκτο. Στην κλασική εποχή και στην αττική διάλεκτο υπήρχαν δώδεκα φωνήεντα (εφτά μακρά και πέντε βραχέα) που αποδίδονταν φυσικά με τα γνωστά μας εφτά γράμματα και με κάποια δίψηφα. Τα γράμματα α, ι και υ απέδιδαν δύο φωνήεντα το καθένα, γι’ αυτό αργότερα ονομάστηκαν, από παρανόηση, δίχρονα.
Οι αρχαίοι, να πούμε παρεμπιπτόντως, είχαν μουσικό τονισμό, ενώ στα νέα ελληνικά έχουμε δυναμικό τονισμό. Αυτό σημαίνει ότι στα αρχαία, οι τονιζόμενες συλλαβές διέφεραν από τις άτονες στο ύψος, όπως οι νότες, ενώ σήμερα η συλλαβή που τονίζεται ακούγεται απλώς πιο δυνατά δηλ. διαφέρει στην ένταση της φωνής.
Η διάκριση μεταξύ μακρών και βραχέων άρχισε να υποχωρεί σταδιακά από τον 3ο αιώνα π.Χ. και χάθηκε εντελώς μέχρι τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες· αυτή η εξέλιξη κλόνισε και το σύστημα τονισμού, με αποτέλεσμα να συντελεστεί, λίγους αιώνες αργότερα, η μετάβαση από τον μουσικό στον δυναμικό τονισμό. Πρόκειται δηλαδή για μετάβαση που έγινε στα χρόνια της Κοινής. Στο τέλος της ελληνιστικής εποχής είχαν μείνει έξι μόνο φωνήεντα (φθόγγοι). Τα πέντε σημερινά και το [y], δηλαδή ένα φωνήεν σαν το γαλλικό u (ή το γερμανικό ü). Το γράμμα υ όπως και το δίψηφο οι προφέρονταν [y], και αυτή η διαφορετική προφορά άντεξε μέχρι τον δέκατο αιώνα περίπου -μετά, χάθηκε το [y] και επικράτησε ο πλήρης γιωτακισμός.
(Δεν είναι στο θέμα μας, αλλά να πούμε παρεμπιπτόντως ότι και η δασεία είχε αρχίσει να χάνεται ήδη από τους προχριστιανικούς αιώνες).
Φυσικά, και σήμερα όταν μιλάμε, κάποιες συλλαβές έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από άλλες, αυτό όμως οφείλεται στον επιτονισμό, στη σειρά των λέξεων στην πρόταση και σε άλλα τέτοια· και για να το καταλάβουμε, μπορούμε να σκεφτούμε τις φράσεις:
Ψάχνω τον Κώστα
Τον Κώστα ψάχνω
Στη δεύτερη περίπτωση, η συλλαβή «Κώ» τονίζεται περισσότερο.
Για να αντιγράψω έναν γλωσσολόγο που δεν μπορεί να θεωρηθεί ακραίος, τον Γ. Μπαμπινιώτη, από το τέλος της ελληνιστικής εποχής «τα φωνήεντα της ελληνικής είναι, από πλευράς ποσότητας/διάρκειας ισόχρονα (δεν υπάρχουν μακρά και βραχέα φωνήεντα, πλην μιας ελάχιστα αυξημένης διάρκειας που επιφέρει φωνητικά η ύπαρξη τόνου στο φωνήεν)». Το ίδιο είχε πει πολύ νωρίτερα ο πατέρας της ελληνικής γλωσσολογίας, ο Γ. Χατζιδάκις. Αντιγράφω από τα “Μεσαιωνικά και νέα ελληνικά” (τόμ. Ι, σελ. 202): “Είναι πασίγνωστον γεγονός ότι η φωνητική τής ελληνικής γλώσσης κατά την δ΄ και ε΄ μ.X. εκατονταετηρίδα τοσούτον είχεν αλλοιωθή και απομακρυνθή από της αρχαίας και τοιαύτη τις είχε καταστή, ώστε, εξαιρουμένου του υ και του οι, ανάγκη να υποτεθή σφόδρα ομοία τή ημετέρα σήμερον. [...] εν τή αρχαία γλώσση υπήρχον μακρά και βραχέα φωνήεντα, εν δε τή νέα γλώσση ούτε μακρά ούτε βραχέα, αλλά πάντα ισόχρονα”. Αυτά τα γράφει ο Χατζιδάκις, μέγας αντίπαλος της δημοτικής, ο οποίος είχε κατηγορήσει τα εξαίσια Ψηλά βουνά και τα άλλα αναγνωστικά της μεταρρύθμισης του 1917 ότι επιχειρούν να προσηλυτίσουν τους μαθητές “εις τας νέας μπολσεβικικάς θεωρίας”. Κι όμως γράφει: ούτε μακρά, ούτε βραχέα φωνήεντα υπάρχουν, αλλά όλα είναι ισόχρονα.
Αυτά τα πράγματα είναι αλήθειες τόσο εδραιωμένες όσο και ότι η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο. Κι όμως, μερικοί φωνηεντοκάπηλοι (εννοώ αυτούς που επιτέθηκαν στη νέα Γραμματική επειδή τάχα καταργεί φωνήεντα) έφτασαν στο σημείο να αμφισβητήσουν το αυτονόητο, να διαψεύσουν τον Χατζιδάκι και όλους τους γλωσσολόγους, ότι δηλαδή στα νέα ελληνικά δεν υπάρχει διάκριση μακρών και βραχέων φωνηέντων.
Είχε βέβαια προηγηθεί ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο οποίος στην ημερίδα για τη γλώσσα που διοργάνωσε το 1985 το ΚΚΕ εσωτ. στον Μίλωνα είχε ισχυριστεί ότι οι παλμογράφοι του αποκάλυψαν τη διαφορά ανάμεσα σε μακρές και βραχείες συλλαβές. Βέβαια, όταν ρωτήθηκε από τους συνέδρους τι καταλαβαίνει από την εκφώνηση /omos/: τον αντιθετικό σύνδεσμο «όμως» ή το μέρος του σώματος «ώμος», απάντησε πως «η μουσική έχει σχέση με ό,τι έπεται και ό,τι προηγείται» -δηλαδή με τα συμφραζόμενα, οπότε πάνε περίπατο και τα μακρά και τα βραχέα. Για μια κριτική της ομιλίας του Σαββόπουλου γραμμένη τότε από τον Γιάννη Χάρη, δείτε εδώ.
Αργότερα, ο Σαββόπουλος επανέλαβε τα ίδια άκυρα επιχειρήματα σε άλλες ομιλίες ή κείμενά του. Τώρα που ξέσπασε η Φωνηεντιάδα, κάμποσοι θυμήθηκαν τις κωμικές θέσεις του Σαββόπουλου και τις επικαλέστηκαν υποστηρίζοντας ότι αλλιώς προφέρεται το γράμμα /η/ και αλλιώς το /ι/.
Την ίδια θέση εκφράζει ο γνωστός Κασιδιάρης της Χρυσής Αυγής, σε ερώτησή του προς τον Υπουργό Παιδείας (δεν βάζω λινκ, μυρίζει άσχημα): Διαβάζοντας το εν λόγω βιβλίο, διαπιστώσαμε ότι στη σελ. 36 αναφέρεται ότι τα φωνήεντα της ελληνικής γλώσσας είναι πέντε και συγκεκριμένα τα (α),(ε),(ι),(ο),(ου), ενώ τα γράμματα (η),(υ) και (ω) παραλείπονται με το σκεπτικό ότι δεν παριστούν ξεχωριστό φθόγγο (γλωσσικό ήχο, φώνημα), αλλά η εκφορά τους ταυτίζεται με εκείνη του γράμματος ιώτα (ι) και του γράμματος όμικρον (ο) αντιστοίχως. Βεβαίως, η άποψη αυτή δεν επιβεβαιώνεται από τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, καθώς έχει διαπιστωθεί ότι κατά την εκφορά του προφορικού λόγου το διάγραμμα της ηχογράφησης καθενός από τα παραπάνω γράμματα μέσα στα πλαίσια ολοκληρωμένων προτάσεων είναι εντελώς διαφορετικό. Θα προσέξατε ότι ο κασιδιάρης είναι πονηρός κι έτσι μιλάει για “εκφορά … στα πλαίσια ολοκληρωμένων προτάσεων”, ώστε να μπορεί, με τον επιτονισμό, να θολώσει τα νερά.
Και από χτες, στα ελληνοκεντρικά
ιστολόγια προστέθηκε, με εικόνα, η επιστημονική τεκμηρίωση την οποία
επικαλέστηκε ο Κασιδιάρης -εικονογραφήθηκαν, μπορούμε να πούμε, οι παλμογράφοι
του Σαββόπουλου. Πρόκειται για αυτό που χαρακτήρισα έρευνα του κώλου, όχι
κάνοντας υπαινιγμό στην ποιότητά της αλλά επειδή ο… ερευνητής διάλεξε σαν
λέξη-παράδειγμα της διαφοράς μακρών και βραχέων τη λ. κώλος. Εκφώνησε λοιπόν τη
λέξη μπροστά στο κατάλληλο εργαλείο και πήρε το διάγραμμα που βλέπουμε
αριστερά, και κατόπιν τούτου δήλωσε αγέρωχα: Η συζήτηση τελείωσε για μένα! Το
άρθρο αυτό στη συνέχεια αναδημοσιεύτηκε με θριαμβολογίες σε καμιά εκατοστή
ελληνοκεντρικά ιστολόγια (πάντως το πρωτότυπο είναι εδώ) με τον μετριόφρονα τίτλο
“Eπεξεργασία σήματος ήχου εναντίον Νέας Ελληνικής Γραμματικής του Δημοτικου,
σημειώσατε 1-0″.
Μόνο που το γκολ ήταν οφσάιντ. Αν διαβάσατε τα παραπάνω, θα καταλάβατε φυσικά ότι η διαφορά στη διάρκεια της συλλαβής δεν οφείλεται στο ότι το ωμέγα προφέρεται μακρό αλλά στο ότι πρόκειται για τονιζόμενη συλλαβή. Άλλωστε, πάρα πολλοί γράφουν «κόλος» (οι γκουγκλιές του “κόλος” είναι ελάχιστα λιγότερες απο του “κώλος”) -λέτε αυτοί να το προφέρουν διαφορετικά; (Κι αν πράγματι το ω προφέρεται διαφορετικά από το ο και το η από το ι, γιατί τάχα να υπάρχουν ορθογραφικές παραλλαγές σαν το κώλος/κόλος;)
Αλλά ας παίξουμε κι εμείς το παιχνίδι με τους παλμογράφους. Επειδή εγώ τέτοιο σύνεργο δεν έχω, παρακάλεσα τον Σπύρο Αρμοστή, γλωσσολόγο-ερευνητή στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, που μάλιστα είναι ένας από τους 140 γλωσσολόγους που υπέγραψαν τη διακήρυξη, να εκφωνήσει τις εξής λέξεις: κώλος, πόλος, όλως και να μου στείλει τα αντίστοιχα διαγράμματα.
Όπως βλέπετε, το πρώτο διάγραμμα, της λ. κώλος, έχει μορφή παρόμοια με αυτήν που έδωσε ο ερευνητής πιο πάνω, με την πρώτη συλλαβή να διαρκεί περισσότερο από τη δεύτερη.
Το διάγραμμα αποτελείται από δύο πεδία: το πάνω είναι η κυματομορφή (δηλαδή οι διακυμάνσεις στην πίεση του αέρα σε ένα δεδομένο σημείο ως προς τον χρόνο) και το κάτω το φασματογράφημα (δηλαδή η συγκέντρωση ακουστικής ενέργειας στις διάφορες συχνότητες του ακουστικού σήματος και πάλι ως προς τον χρόνο).
Στο δεύτερο όμως διάγραμμα, της λέξης «πόλος», παρατηρούμε ότι, όπως περιμέναμε, η πρώτη, τονιζόμενη, συλλαβή επίσης διαρκεί περισσότερο, παρόλο που «θα έπρεπε» αν όντως ήταν βραχεία, να διαρκεί λιγότερο.
Και στο τρίτο διάγραμμα, της λέξης «όλως», και πάλι η πρώτη συλλαβή διαρκεί περισσότερο από τη δεύτερη, παρόλο που η πρώτη (υποτίθεται ότι) είναι βραχεία και η δεύτερη (ω φρίκη!) μακρά.
Άρα; Άρα, με το μικρό μας τεστ επιβεβαιώσαμε αυτό που ανέκαθεν λέγανε και δεν έχουν πάψει να λένε όλοι οι γλωσσολόγοι, από τον υπερσυντηρητικό Γ. Χατζιδάκι και τον συντηρητικό Γ. Μπαμπινιώτη ίσαμε τους πιο αδιάλλακτους δημοτικιστές, ότι δηλαδή στα σημερινά ελληνικά ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ διάκριση ανάμεσα σε μακρά και βραχέα, ότι το ωμέγα προφέρεται ακριβώς όπως και το όμικρον, ό,τι και να λέει ο Σαββόπουλος, ό,τι και να κρώζουν οι χρυσαυγίτες, ό,τι και να δείχνουν οι έρευνες του κώλου. Γι’ αυτό άλλωστε δεν έχει και κανένα νόημα στα σημερινά ελληνικά η περισπωμένη και γι’ αυτό τραβάνε τα μαλλιά τους οι επιμελητές των λιγοστών εκδοτικών οίκων που τυπώνουν ακόμα πολυτονικό, κάθε φορά που έχουν να τονίσουν μια καινούργια λέξη: παίρνει τάχα οξεία ή περισπωμένη ο μπαγασάκος;
Θα μου πείτε ότι το τεστ δεν είναι αδιάβλητο, διότι, θα μπορούσε να πει κανείς, πού ξέρουμε ότι ο φίλος που έκανε το τεστ πρόφερε «πόλος» και «όλως» και όχι «πώλος» (πουλάρι δηλαδή) και «όλος»; Ομολογώ ότι δεν το ξέρουμε, αφού ο πόλος και ο πώλος προφέρονται το ίδιο. Αλλά αυτό θαρρώ πως ήθελα να αποδείξω!
ΚΑΙ ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ
Τα δήθεν μακρά φωνήεντα, ο Σαββόπουλος και η έρευνα του κ…
Αναρτήθηκε από τον/την sarant
στο 25 Ιουλίου, 2012
Το ιστολόγιο, όπως θα ξέρουν οι ταχτικοί αναγνώστες, δεν πολυσυμπαθεί τις
αθυρόστομες εκφράσεις· ο σημερινός τίτλος, με μιαν αισχρολογία έστω και
αποσιωπημένη, ας θεωρηθεί εξαίρεση. Πάντως, δοκίμασα και άλλους τίτλους και
τους απέρριψα· σε κάποια παραλλαγή, είχα στον τίτλο τη Χρυσή Αυγή, που ασφαλώς
η αναφορά της είναι πολύ χειρότερη προσβολή της κοσμιότητας και της
δημοκρατίας. Το πώς συνδέονται ο Σαββόπουλος και η έρευνα του κώλου (και
επικουρικά η Χρυσή Αυγή) με τα μακρά φωνήεντα, είναι το σημερινό μας θέμα, που
μπορούμε να το δούμε σαν ένα παρακλάδι της Φωνηεντιάδας, δηλαδή της
σκοταδιστικής επίθεσης στη νέα Γραμματική και γενικότερα στις γλωσσικές
μεταρρυθμίσεις από το 1976 και μετά που δρομολογήθηκε με αφορμή το καθόλου αθώο
άρθρο της δασκάλας από τη Ραφήνα.Η νέα γραμματική κατηγορήθηκε ότι θέλει να καταργήσει τα γράμματα η και ω, που είναι βέβαια άθλιο ψέμα -απλώς η γραμματική επαναλαμβάνει κάτι που όλες οι προηγούμενες γραμματικές εδώ και δεκαετίες έλεγαν, ότι τα φωνήεντα (οι φωνηεντικοί φθόγγοι δηλαδή) της ελληνικής γλώσσας είναι πέντε: α, ε, ι, ο, ου ή, σωστότερα, [a], [e], [i], [o]. [u]. Αλλά αυτά τα έχουμε ξαναπεί.
Στη σημερινή ελληνική γλώσσα, όπως ξέρει κι ένα παιδί της πρώτης δημοτικού, έχουμε πολλούς τρόπους για να αποδώσουμε τον φθόγγο [ι] ή [i] με το διεθνές φωνητικό αλφάβητο: Τα γράμματα (και συνδυασμοί γραμμάτων) ι, η, υ, ει, οι, υι όλα προφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Ολοφάνερα, οι αρχαίοι δεν τα πρόφεραν έτσι και δεν μπορεί στα διάφορα ιοίην, ιείην, οι υιοί, ποιοίη, ρυοίη που αφθονούν στα αρχαία ελληνικά η προφορά να ήταν η σημερινή. Όπως γράφει ο Ελισσαίος Γιανίδης, από τον οποίο ξεσήκωσα και τα παραδείγματα, «θα ήταν σωστή ασέβεια στην ανώτερη καλαισθησία των ανθρώπων εκείνων, να υποθέσουμε πως μπορούσαν να συνεννοούνται μεταξύ τους λέγοντας ιίι, ιίι, ιίι, και με την απαίτηση πως αυτό το νιαούρισμα έχει δυο και τρεις διαφορετικές έννοιες».
Πράγματι, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μακρά και βραχέα φωνήεντα, δηλαδή κάποιες συλλαβές τους διαρκούσαν περισσότερο από κάποιες άλλες· πρόκειται για τη λεγόμενη προσωδιακή διάκριση. Αυτό δεν υπάρχει στα νέα ελληνικά ή στα ισπανικά, που έχουν μόνο πέντε φωνηεντικούς φθόγγους, υπάρχει όμως στα αγγλικά, τα γαλλικά ή τα γερμανικά -και είναι και μόνιμος παράγοντας που μας δυσκολεύει όταν μαθαίνουμε ξένες γλώσσες. (Πάντως, το σύστημα των πέντε φωνηέντων δεν είναι σπάνιο: το 30% των γλωσσών του κόσμου που έχουν μελετηθεί έχουν πέντε φωνήεντα μόνο).
Πόσα φωνήεντα (φθόγγους) είχαν τα αρχαία ελληνικά; Η ερώτηση είναι κακοβαλμένη. Μπορούμε να την απαντήσουμε μόνο αν περιοριστούμε σε συγκεκριμένη εποχή και σε συγκεκριμένη διάλεκτο. Στην κλασική εποχή και στην αττική διάλεκτο υπήρχαν δώδεκα φωνήεντα (εφτά μακρά και πέντε βραχέα) που αποδίδονταν φυσικά με τα γνωστά μας εφτά γράμματα και με κάποια δίψηφα. Τα γράμματα α, ι και υ απέδιδαν δύο φωνήεντα το καθένα, γι’ αυτό αργότερα ονομάστηκαν, από παρανόηση, δίχρονα.
Οι αρχαίοι, να πούμε παρεμπιπτόντως, είχαν μουσικό τονισμό, ενώ στα νέα ελληνικά έχουμε δυναμικό τονισμό. Αυτό σημαίνει ότι στα αρχαία, οι τονιζόμενες συλλαβές διέφεραν από τις άτονες στο ύψος, όπως οι νότες, ενώ σήμερα η συλλαβή που τονίζεται ακούγεται απλώς πιο δυνατά δηλ. διαφέρει στην ένταση της φωνής.
Η διάκριση μεταξύ μακρών και βραχέων άρχισε να υποχωρεί σταδιακά από τον 3ο αιώνα π.Χ. και χάθηκε εντελώς μέχρι τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες· αυτή η εξέλιξη κλόνισε και το σύστημα τονισμού, με αποτέλεσμα να συντελεστεί, λίγους αιώνες αργότερα, η μετάβαση από τον μουσικό στον δυναμικό τονισμό. Πρόκειται δηλαδή για μετάβαση που έγινε στα χρόνια της Κοινής. Στο τέλος της ελληνιστικής εποχής είχαν μείνει έξι μόνο φωνήεντα (φθόγγοι). Τα πέντε σημερινά και το [y], δηλαδή ένα φωνήεν σαν το γαλλικό u (ή το γερμανικό ü). Το γράμμα υ όπως και το δίψηφο οι προφέρονταν [y], και αυτή η διαφορετική προφορά άντεξε μέχρι τον δέκατο αιώνα περίπου -μετά, χάθηκε το [y] και επικράτησε ο πλήρης γιωτακισμός.
(Δεν είναι στο θέμα μας, αλλά να πούμε παρεμπιπτόντως ότι και η δασεία είχε αρχίσει να χάνεται ήδη από τους προχριστιανικούς αιώνες).
Φυσικά, και σήμερα όταν μιλάμε, κάποιες συλλαβές έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από άλλες, αυτό όμως οφείλεται στον επιτονισμό, στη σειρά των λέξεων στην πρόταση και σε άλλα τέτοια· και για να το καταλάβουμε, μπορούμε να σκεφτούμε τις φράσεις:
Ψάχνω τον Κώστα
Τον Κώστα ψάχνω
Στη δεύτερη περίπτωση, η συλλαβή «Κώ» τονίζεται περισσότερο.
Για να αντιγράψω έναν γλωσσολόγο που δεν μπορεί να θεωρηθεί ακραίος, τον Γ. Μπαμπινιώτη, από το τέλος της ελληνιστικής εποχής «τα φωνήεντα της ελληνικής είναι, από πλευράς ποσότητας/διάρκειας ισόχρονα (δεν υπάρχουν μακρά και βραχέα φωνήεντα, πλην μιας ελάχιστα αυξημένης διάρκειας που επιφέρει φωνητικά η ύπαρξη τόνου στο φωνήεν)». Το ίδιο είχε πει πολύ νωρίτερα ο πατέρας της ελληνικής γλωσσολογίας, ο Γ. Χατζιδάκις. Αντιγράφω από τα “Μεσαιωνικά και νέα ελληνικά” (τόμ. Ι, σελ. 202): “Είναι πασίγνωστον γεγονός ότι η φωνητική τής ελληνικής γλώσσης κατά την δ΄ και ε΄ μ.X. εκατονταετηρίδα τοσούτον είχεν αλλοιωθή και απομακρυνθή από της αρχαίας και τοιαύτη τις είχε καταστή, ώστε, εξαιρουμένου του υ και του οι, ανάγκη να υποτεθή σφόδρα ομοία τή ημετέρα σήμερον. [...] εν τή αρχαία γλώσση υπήρχον μακρά και βραχέα φωνήεντα, εν δε τή νέα γλώσση ούτε μακρά ούτε βραχέα, αλλά πάντα ισόχρονα”. Αυτά τα γράφει ο Χατζιδάκις, μέγας αντίπαλος της δημοτικής, ο οποίος είχε κατηγορήσει τα εξαίσια Ψηλά βουνά και τα άλλα αναγνωστικά της μεταρρύθμισης του 1917 ότι επιχειρούν να προσηλυτίσουν τους μαθητές “εις τας νέας μπολσεβικικάς θεωρίας”. Κι όμως γράφει: ούτε μακρά, ούτε βραχέα φωνήεντα υπάρχουν, αλλά όλα είναι ισόχρονα.
Αυτά τα πράγματα είναι αλήθειες τόσο εδραιωμένες όσο και ότι η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο. Κι όμως, μερικοί φωνηεντοκάπηλοι (εννοώ αυτούς που επιτέθηκαν στη νέα Γραμματική επειδή τάχα καταργεί φωνήεντα) έφτασαν στο σημείο να αμφισβητήσουν το αυτονόητο, να διαψεύσουν τον Χατζιδάκι και όλους τους γλωσσολόγους, ότι δηλαδή στα νέα ελληνικά δεν υπάρχει διάκριση μακρών και βραχέων φωνηέντων.
Είχε βέβαια προηγηθεί ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο οποίος στην ημερίδα για τη γλώσσα που διοργάνωσε το 1985 το ΚΚΕ εσωτ. στον Μίλωνα είχε ισχυριστεί ότι οι παλμογράφοι του αποκάλυψαν τη διαφορά ανάμεσα σε μακρές και βραχείες συλλαβές. Βέβαια, όταν ρωτήθηκε από τους συνέδρους τι καταλαβαίνει από την εκφώνηση /omos/: τον αντιθετικό σύνδεσμο «όμως» ή το μέρος του σώματος «ώμος», απάντησε πως «η μουσική έχει σχέση με ό,τι έπεται και ό,τι προηγείται» -δηλαδή με τα συμφραζόμενα, οπότε πάνε περίπατο και τα μακρά και τα βραχέα. Για μια κριτική της ομιλίας του Σαββόπουλου γραμμένη τότε από τον Γιάννη Χάρη, δείτε εδώ.
Αργότερα, ο Σαββόπουλος επανέλαβε τα ίδια άκυρα επιχειρήματα σε άλλες ομιλίες ή κείμενά του. Τώρα που ξέσπασε η Φωνηεντιάδα, κάμποσοι θυμήθηκαν τις κωμικές θέσεις του Σαββόπουλου και τις επικαλέστηκαν υποστηρίζοντας ότι αλλιώς προφέρεται το γράμμα /η/ και αλλιώς το /ι/.
Την ίδια θέση εκφράζει ο γνωστός Κασιδιάρης της Χρυσής Αυγής, σε ερώτησή του προς τον Υπουργό Παιδείας (δεν βάζω λινκ, μυρίζει άσχημα): Διαβάζοντας το εν λόγω βιβλίο, διαπιστώσαμε ότι στη σελ. 36 αναφέρεται ότι τα φωνήεντα της ελληνικής γλώσσας είναι πέντε και συγκεκριμένα τα (α),(ε),(ι),(ο),(ου), ενώ τα γράμματα (η),(υ) και (ω) παραλείπονται με το σκεπτικό ότι δεν παριστούν ξεχωριστό φθόγγο (γλωσσικό ήχο, φώνημα), αλλά η εκφορά τους ταυτίζεται με εκείνη του γράμματος ιώτα (ι) και του γράμματος όμικρον (ο) αντιστοίχως. Βεβαίως, η άποψη αυτή δεν επιβεβαιώνεται από τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, καθώς έχει διαπιστωθεί ότι κατά την εκφορά του προφορικού λόγου το διάγραμμα της ηχογράφησης καθενός από τα παραπάνω γράμματα μέσα στα πλαίσια ολοκληρωμένων προτάσεων είναι εντελώς διαφορετικό. Θα προσέξατε ότι ο κασιδιάρης είναι πονηρός κι έτσι μιλάει για “εκφορά … στα πλαίσια ολοκληρωμένων προτάσεων”, ώστε να μπορεί, με τον επιτονισμό, να θολώσει τα νερά.
Μόνο που το γκολ ήταν οφσάιντ. Αν διαβάσατε τα παραπάνω, θα καταλάβατε φυσικά ότι η διαφορά στη διάρκεια της συλλαβής δεν οφείλεται στο ότι το ωμέγα προφέρεται μακρό αλλά στο ότι πρόκειται για τονιζόμενη συλλαβή. Άλλωστε, πάρα πολλοί γράφουν «κόλος» (οι γκουγκλιές του “κόλος” είναι ελάχιστα λιγότερες απο του “κώλος”) -λέτε αυτοί να το προφέρουν διαφορετικά; (Κι αν πράγματι το ω προφέρεται διαφορετικά από το ο και το η από το ι, γιατί τάχα να υπάρχουν ορθογραφικές παραλλαγές σαν το κώλος/κόλος;)
Αλλά ας παίξουμε κι εμείς το παιχνίδι με τους παλμογράφους. Επειδή εγώ τέτοιο σύνεργο δεν έχω, παρακάλεσα τον Σπύρο Αρμοστή, γλωσσολόγο-ερευνητή στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, που μάλιστα είναι ένας από τους 140 γλωσσολόγους που υπέγραψαν τη διακήρυξη, να εκφωνήσει τις εξής λέξεις: κώλος, πόλος, όλως και να μου στείλει τα αντίστοιχα διαγράμματα.
Όπως βλέπετε, το πρώτο διάγραμμα, της λ. κώλος, έχει μορφή παρόμοια με αυτήν που έδωσε ο ερευνητής πιο πάνω, με την πρώτη συλλαβή να διαρκεί περισσότερο από τη δεύτερη.
Το διάγραμμα αποτελείται από δύο πεδία: το πάνω είναι η κυματομορφή (δηλαδή οι διακυμάνσεις στην πίεση του αέρα σε ένα δεδομένο σημείο ως προς τον χρόνο) και το κάτω το φασματογράφημα (δηλαδή η συγκέντρωση ακουστικής ενέργειας στις διάφορες συχνότητες του ακουστικού σήματος και πάλι ως προς τον χρόνο).
Στο δεύτερο όμως διάγραμμα, της λέξης «πόλος», παρατηρούμε ότι, όπως περιμέναμε, η πρώτη, τονιζόμενη, συλλαβή επίσης διαρκεί περισσότερο, παρόλο που «θα έπρεπε» αν όντως ήταν βραχεία, να διαρκεί λιγότερο.
Και στο τρίτο διάγραμμα, της λέξης «όλως», και πάλι η πρώτη συλλαβή διαρκεί περισσότερο από τη δεύτερη, παρόλο που η πρώτη (υποτίθεται ότι) είναι βραχεία και η δεύτερη (ω φρίκη!) μακρά.
Άρα; Άρα, με το μικρό μας τεστ επιβεβαιώσαμε αυτό που ανέκαθεν λέγανε και δεν έχουν πάψει να λένε όλοι οι γλωσσολόγοι, από τον υπερσυντηρητικό Γ. Χατζιδάκι και τον συντηρητικό Γ. Μπαμπινιώτη ίσαμε τους πιο αδιάλλακτους δημοτικιστές, ότι δηλαδή στα σημερινά ελληνικά ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ διάκριση ανάμεσα σε μακρά και βραχέα, ότι το ωμέγα προφέρεται ακριβώς όπως και το όμικρον, ό,τι και να λέει ο Σαββόπουλος, ό,τι και να κρώζουν οι χρυσαυγίτες, ό,τι και να δείχνουν οι έρευνες του κώλου. Γι’ αυτό άλλωστε δεν έχει και κανένα νόημα στα σημερινά ελληνικά η περισπωμένη και γι’ αυτό τραβάνε τα μαλλιά τους οι επιμελητές των λιγοστών εκδοτικών οίκων που τυπώνουν ακόμα πολυτονικό, κάθε φορά που έχουν να τονίσουν μια καινούργια λέξη: παίρνει τάχα οξεία ή περισπωμένη ο μπαγασάκος;
Θα μου πείτε ότι το τεστ δεν είναι αδιάβλητο, διότι, θα μπορούσε να πει κανείς, πού ξέρουμε ότι ο φίλος που έκανε το τεστ πρόφερε «πόλος» και «όλως» και όχι «πώλος» (πουλάρι δηλαδή) και «όλος»; Ομολογώ ότι δεν το ξέρουμε, αφού ο πόλος και ο πώλος προφέρονται το ίδιο. Αλλά αυτό θαρρώ πως ήθελα να αποδείξω!





